Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2012

Το μανιτάρι





Tο δωμάτιο της ήταν στον τρίτο όροφο. Ξαπλωμένη στο μικρό, ξύλινο κρεβάτι η Τζέσικα κοιτούσε το ταβάνι. Η λάμπα έκανε περίεργες αντανακλάσεις και έμοιαζε με τεράστιο παραμορφωμένο, μανιτάρι, το οποίο ταλαντωνόταν ρυθμικά γύρω από τον άξονά του. 
-Που είσαι;
-Εδώ, δεν με βλέπεις;
-Μαμά, κοίτα, ένα μανιτάρι.
Η μεσόκοπη γριά κοίταξε το ταβάνι αδιάφορα, προσπαθώντας να κάνει ότι συλλογίζεται την ύπαρξη κρεμασμένων μανιταριών. Έμεινε για λίγο εκεί, να παρατηρεί το σοβαντισμένο ταβάνι, ώσπου σιγουρεύτηκε ότι την είδε η μικρή. 

-Είναι πολύ όμορφο, γλυκιά μου; Τι χρώμα είναι; 
-Το χρώμα των ματιών του Τζεφ. Μοβ.
-Μοβ μάτια; Α πα πα! Άγριος ο Τζεφ.
-Είναι πολύ καλός μαζί μου. Μιλάμε συχνά. 

Έβαλε τα χέρια της στο στόμα και τράβηξε το πάνω χείλος, χαζεύοντας το μανιτάρι. 

-Δεν σου έχω πει να μην τραβάς τα χείλια σου; Είναι γρουσουζιά!
Σκούπισε τα σαλιωμένα δάχτυλα στο σεντόνι.
-Τι είναι γρουζουσιά;
-Γρουσουζία είπα, όχι γρουζουσιά. Κακή τύχη είναι. Κάτσε να τραβήξω την κουρτίνα να μπει λίγο φως εδώ μέσα.
-Κακή τύχη. Θα έχω;

-Δεν ξέρω, κοριτσάκι μου. Εγώ θα προσευχηθώ, να μην έχεις. 
-Που;
-Στο θεό.
-Εντάξει, θα προσευχηθώ κι εγώ. Πώς τον λένε τον Θεό;
-Δεν έχει όνομα, τον λέμε απλώς Θεό ή Κύριο μας.
-Εγώ θα τον λέω Τζεφ. 

Η κουρτίνα άνοιξε και το μανιτάρι χάθηκε. Η Τζέσικα σηκώθηκε από το κρεβάτι και πάτησε ξυπόλητη στο πάτωμα, κοιτώντας πάλι το ταβάνι. Το βράδυ θα ήταν πάλι μαζί του. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: