Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γραφή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γραφή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2012

Το μανιτάρι





Tο δωμάτιο της ήταν στον τρίτο όροφο. Ξαπλωμένη στο μικρό, ξύλινο κρεβάτι η Τζέσικα κοιτούσε το ταβάνι. Η λάμπα έκανε περίεργες αντανακλάσεις και έμοιαζε με τεράστιο παραμορφωμένο, μανιτάρι, το οποίο ταλαντωνόταν ρυθμικά γύρω από τον άξονά του. 
-Που είσαι;
-Εδώ, δεν με βλέπεις;
-Μαμά, κοίτα, ένα μανιτάρι.
Η μεσόκοπη γριά κοίταξε το ταβάνι αδιάφορα, προσπαθώντας να κάνει ότι συλλογίζεται την ύπαρξη κρεμασμένων μανιταριών. Έμεινε για λίγο εκεί, να παρατηρεί το σοβαντισμένο ταβάνι, ώσπου σιγουρεύτηκε ότι την είδε η μικρή. 

-Είναι πολύ όμορφο, γλυκιά μου; Τι χρώμα είναι; 
-Το χρώμα των ματιών του Τζεφ. Μοβ.
-Μοβ μάτια; Α πα πα! Άγριος ο Τζεφ.
-Είναι πολύ καλός μαζί μου. Μιλάμε συχνά. 

Έβαλε τα χέρια της στο στόμα και τράβηξε το πάνω χείλος, χαζεύοντας το μανιτάρι. 

-Δεν σου έχω πει να μην τραβάς τα χείλια σου; Είναι γρουσουζιά!
Σκούπισε τα σαλιωμένα δάχτυλα στο σεντόνι.
-Τι είναι γρουζουσιά;
-Γρουσουζία είπα, όχι γρουζουσιά. Κακή τύχη είναι. Κάτσε να τραβήξω την κουρτίνα να μπει λίγο φως εδώ μέσα.
-Κακή τύχη. Θα έχω;

-Δεν ξέρω, κοριτσάκι μου. Εγώ θα προσευχηθώ, να μην έχεις. 
-Που;
-Στο θεό.
-Εντάξει, θα προσευχηθώ κι εγώ. Πώς τον λένε τον Θεό;
-Δεν έχει όνομα, τον λέμε απλώς Θεό ή Κύριο μας.
-Εγώ θα τον λέω Τζεφ. 

Η κουρτίνα άνοιξε και το μανιτάρι χάθηκε. Η Τζέσικα σηκώθηκε από το κρεβάτι και πάτησε ξυπόλητη στο πάτωμα, κοιτώντας πάλι το ταβάνι. Το βράδυ θα ήταν πάλι μαζί του. 

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2012

Κυριακή πρωί στο Amici della Birra



Κατέβαινε βιαστικά την αγουροξυπνημένη Via dell'Orso. Ο μόνος έντονος θόρυβος ήταν τα τακούνια της και που και που, καμιά μηχανή αυτοκινήτου, νυσταγμένη κι αυτή. H πρωινή υγρασία είχε κολλήσει σαν γλίτσα στους δρόμους και εφιστούσε το περπάτημα πιο προσεκτικό. Μια γυναικεία φιγούρα παρέσερνε με μια κίτρινη σκούπα, σπασμένα μπουκάλια και γόπες, απομεινάρια της χθεσινής νύχτας. Καθώς πλησίασε, η γυναίκα την κοίταξε περιφρονητικά, λες και εκείνη έφταιγε για την ακαταστασία και τη βρωμιά του δρόμου. Είχε στρουμπουλό πρόσωπο, σκιστά μάτια και ξεβαμμένα ξανθά μαλλιά. Ένιωσε στιγμιαία ενοχή, χωρίς να ξέρει γιατί. Ίσως επειδή η γυναίκα δούλευε Κυριακή πρωί και εκείνη όχι. Οι γυναίκες έχουν τεράστια δύναμη στην αλληλεπίδραση των σκέψεων, σκέφτηκε. Ακόμα και οι άγνωστες μεταξύ τους. 

Φτάνει έξω από το Amici della Birra και σπρώχνει την πόρτα. Δεν ανοίγει. Βγάζει τα γάντια και ξαναδοκιμάζει. Τίποτα. Κοιτάει την πινακίδα, που λέει "Έλξατε". Ποτέ δεν τα προσέχει αυτά. 

- Άργησα;
- Εξαρτάται από το τι ορίζεις καθυστέρηση.
- Δεν άργησα, λοιπόν...

Γέλασε και τράβηξε την καρέκλα.

- Πώς είσαι;
- Είμαι... χμ... επαρκώς υγιής και αρκετά ισορροπημένος συναισθηματικά. 
- Γιατί πρέπει όλες σου οι απαντήσεις να κρύβουν αινίγματα; Ένα "καλά", αρκεί.
- Γιατί θεωρώ μπούρδες τις πρωινές τυπικότητες μεταξύ των ανθρώπων. Μοιάζει σαν να μη σκέφτονται τι λένε. Buongiorno! Come stai? Mη με ρωτάς καλύτερα.
- Ποιος ο λόγος να μην είσαι Κυριακή πρωί καλά σε αυτή την υπέροχη πόλη..
- Χμ, μετά από δεκαπέντε χρόνια, τα κυριακάτικα πρωινά δεν είναι τα ίδια. Ούτε η πόλη το ίδιο υπέροχη.
- Σε βρίσκω ενοχλητικά απαισιόδοξο.
- Σε βρίσκω ρομαντική.
- Μα, προφανώς και δεν είναι. Και αυτή είναι η μαγεία τους. Λοιπόν, τι θα πάρεις;
- Το γνωστό.
- Πάντα μας τρόμαζε το άγνωστο, ε;

Κοίταξε το ρολόι του και χαμογέλασε καθώς στριφογύρισε λίγο τη βίδα.

- Πόσο θα κάτσεις εδώ;
- Α, δεν ξέρω. Όσο με αντέξει αυτό το ερείπιο που μου παραχώρησαν για σπίτι. Η ντόνα Ελένα όμως είναι πολύ καλή. Λίγο τρελούτσικη και συντηρητική αλλά με βοηθάει. 

11π.μ

Το Μιλάνο ξυπνάει από τα μεθύσια και τις γιορτές της προηγούμενης νύχτας. Αγουροξυπνημένο σέρνεται μέχρι τα παράθυρα των ψηλών κτιρίων και χαζεύει τον ήλιο, που, ίδιος με χθες, προβάλλει από τις κατηφόρες. Είναι ο ίδιος, αλλά σε όλους φαίνεται διαφορετικός.